Santeos

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΒΟΗΘΑΤΕ ΟΛΑ ΤΑ BLOG ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΕΝΕΡΓΑ

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να το λες». Βολταίρος

«Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να το λες». Βολταίρος

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Νικος & Δημοκλεια Παναγιωτιδη

Μετά από ένα ασυνήθιστο προξενιό, γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης , κυνηγημένα παιδία της Μικρασιατικής καταστροφής, από τον Πόντο και οι δυο,ο ενενηνταχρονος το 2000 ,Νίκος Παναγιωτιδης από την Ιμερα, και η ογδονταοχταχρονη, το ίδιο έτος ,γυναίκα του Δημοκλεια Χ"χαραλαμπους, από τη Σαμψούντα.

Η γνωριμία τους έγινε την στιγμή που εκείνος βρισκόταν στη σκηνή , ως ερασιτέχνης ηθοποιός, και εκείνη θεατής ,σκόπιμα φερμένη στην παράσταση για να γνωρίσει αυτόν που θα γινόταν σύντομα άντρας της.

Ο Νίκος Παναγιωτιδης γεννήθηκε το 1904 στην Ιμερα του Πόντου, αλλά τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Μπορζομ της Γεωργίας, όπου βρισκόταν ο πατέρας του ξενιτεμένος από τον Πόντο.

Στο Μπορζομ τελείωσε και το δημοτικό σχολειο. Θυμοταν, όμως, περισσότερο την Ιμερα. Το 1916-17, όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τον Ανατολικό Πόντο, η μητέρα του πήρε μαζί και την αδελφή του και γύρισαν στην Ιμερα.

Είχε περισσότερες αναμνήσεις από την Ιμερα , μολονότι έζησε δεκαπέντε χρόνια στο Μπορζομ.Στο σχολαρχείο της Ιμερας ,όπου υπήρχε και έβδομη τάξη δεν φοιτούσαν Τουρκοπουλα.Οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν σε έναν οικισμό απέναντι από την Ιμερα και φοιτούσαν στο σχολείο της Ιμερας ,ήταν εξισλαμισθεντες , που μιλούσαν ποντιακά.

Η Ιμερα ήταν κεφαλοχώρι, με τετρακόσια σπιτια, παλαιοτερα και γύρω στα διακόσια το 1916.Υπαγοταν στην επαρχία Αργυρούπολης και απείχε από την Τραπεζούντα ενενήντα χιλιόμετρα, βρειοανατολικα.Η απόσταση από την Αργυρούπολη ήταν 20 χιλιόμετρα.

Τον χειμώνα με τα χιονιά οι δρόμοι ήταν κλειστοί, γιατί το χωριό βρισκόταν σε αρκετό μεγάλο υψόμετρο. Η επικοινωνία γινόταν με κάποιον που τον έλεγαν σαη, ταχυδρομο, και ο οποίος, κατά τους χειμερινούς μήνες, ζήτημα αν μπορούσε να πάει στην Τραπεζούντα μια ή δυο φορες. Αυτος έφερνε τα γραμματα,δεματα,εμβασματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι από τη Ρωσία.

Ο Νίκος Παναγιωτιδης περιέγραψε ως εξής τα σπίτια της Ιμερας: Τα σπίτια ήταν χτισμένα με δώματα ,δεν είχαν τις γνωστές στεγες.Τα δώματα ήταν σε ισοπεδωμένο μερος.Εβαζαν μεγάλους δοκούς,, μετά έβαζαν ξύλα και εκεί επάνω τοποθετούσαν κατόπιν πλάκες.

Στη συνεχεία έριχναν χώμα και το κιλιντριζανε, για να γίνει γερο.Το μεγάλο δωμάτιο(καθιστικό) είχε από πάνω ένα παράθυρο το δρανιν.Το δρανιν ήταν για φωτισμό και εξαερισμό, γιατί εξ αιτίας του φόβου από τους Τούρκους, δεν είχαν παράθυρα.

Στην Ιμερα οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, κυρίως μεγάλων ζωων.Ειχαν και μερικά πρόβατα, για να παίρνουν το μαλλί τους και να υφαίνουν τα ρούχα τους.Πολλοι κάτοικοι όμως ξενιτεύονταν στις πλούσιες περιοχές της Γεωργίας(Μπορζομ, Βατούμ)και στο Μπακου.Στο Μπορζομ, πολλοί Έλληνες εργάζονταν σαν οικοδόμοι, συντηρητές των κτημάτων του μεγάλου δούκα Μιχαηλοβιτς.

Γειτονικά χώρια στην Ιμερα ήταν η Κρωμνη, το Ρουσιο, το Παρτιν, και όσο κατέβαινε το ποτάμι Γιαγλιντερε, για να ενωθεί με το Κανί, κοντά στη Χαραβα, ήταν και αλλά ελληνικά χωρια.Οταν τους ρωτούσαν "Από που είσαστε;" απαντούσαν "από τα ποτάμια".

Το 1917, όταν επικράτησε η κομμουνιστική επανάσταση στη Ρωσία και οι Ρώσοι στρατιώτες, που βρίσκονταν στον Πόντο, πέταξαν τα όπλα τους και έφυγαν, η μάνα του πήρε τα παιδιά και έφυγε πάλι στο Μπορζομ.Απο εκεί έφυγε για την Ελλάδα σε ηλικία δεκάξι ετών, επειδή οι Τουρκοι πήραν τα όπλα των Ρώσων και επιτέθηκαν στο Μαρς και στο Αρταχαν.

Πρώτα η οικογένεια Παναγιωτιδης πήγε στο Βατούμ και από εκεί τους μάζεψε ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής Πρεσβείας ταγματάρχης Πολεμαρχακης και όλους τους πρόσφυγες μαζί τους έφερε στην Ελλάδα το 1920.

Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στην αρχή στην Καλαμαριά, στις παράγκες και κατόπιν στο Πανόραμα(τότε Αρσακλι), όπου είχαν εγκατασταθεί προηγουμένως μερικές οικογένειες Μικρασιατων και Θρακών.

Με βάσανα και πολλή εργασία κατάφεραν οι πρώτοι πρόσφυγες και τα παιδιά τους να δημιουργήσουν το σημερινό Πανόραμα.

Διαφορετική ήταν η πορεία που ακολούθησε η σύζυγος του Παναγιωτιδη, η Δημοκλεια Χ"χαραλαμπους, από την Σαμψουντα.Το 1922 ήταν 9 χρονων.Ειπε:

«Θυμάμαι το 1922 που έγινε η αναμπουμπουλα.Οι Τουρκοι ξησηκωθηκαν μας έσφαξαν, μας ρήμαξαν, έκαψαν τα σπιτια μας και εγώ και ο μικρότερος αδελφός μου μείναμε στον δρόμο. Κρυφτήκαμε μέσα σε φουντουκιές και βλέπαμε τις φλόγες και τους καπνούς.

Πέρασαν δυο νεαροί με το κάρο τους και σταμάτησαν και μας πήραν για την Σαμψούντα, όπου ζούσε η νονά μου και γνώριζα καλά την πολη.Οταν σταμάτησε το καρό στην αγορά, βρήκαμε την ευκαιρία και πηδήσαμε κάτω και κρυφτήκαμε μέσα στην αγορά.

Ήρθε μια γυναίκα ,να είναι καλά, και μας βρηκε.Μας ρώτησε αν είμαστε Έλληνες και αν είχαμε γονεις.Της είπαμε ότι τον πατέρα μας τον κρέμασαν και την μητέρα μας την χάσαμε.

Αυτή η γυναίκα μας πήγε στο ορφανοτροφείο στην Σαμψουντα. Εκει μάθαμε γράμματα από Αμερικανούς ιεροκήρυκες. Μας είχαν πολύ καλα. Μετα μας πήγαν στη Χάλκη, στα Πριγκηπονησα, και κατόπιν στη Σύρο, σε ορφανοτροφείο θηλέων εμένα και αρρένων τον αδελφό μου. Από το ορφανοτροφείο της Σύρου μας έφεραν το 1928 στη Θεσσαλονίκη και μας εγκατέστησαν στο Αρσακλι(Πανόραμα).

Έξι κοριτσάκια από το ορφανοτροφείο της Σύρου δεν είχαν κανένα. Μαζί τους ήταν και η Δημοκλεια Χ"χαραλαμπους, κατόπιν Παναγιωτιδου. Όταν διαλύθηκε το ορφανοτροφείο, παρέμειναν στα αζήτητα. Τις πήρε ο διευθυντής και τις έφερε στην Πυλαια,οπου έχτισε σχολείο σε ένα χωράφι, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κολέγιο «Ανατολια».

Όταν γίνονταν γλέντια και χοροί, ο διευθυντής, ο Χαϊ, πήγαινε τα κορίτσια στο Πανόραμα για να γνωριστούν με τους κάτοικους και να παντρευτουν.Ετσι θα τελείωνε και ο προορισμός του.

Η γνωριμία του Νίκου Παναγιωτιδη και της Δημοκλειας έγινε σε μια ερασιτεχνική παράσταση, στην οποία συμμετείχε ο πρώτος. Η παράσταση είχε δοθεί σε μια πολύ μεγάλη παράγκα του Πανοράματος, όπου γίνονταν τα γλέντια και οι χοροί, και είχε παραγγελθεί με τα μέσα της εποχής.

Ο διευθυντής του σχολείου ,στο οποίο ζούσε η Δημοκλεια μαζί με τα αλλά κορίτσια , έμαθε για το προξενιό που έκανε ο γαλατας, ο Ιπποκράτης Κολοκοτρωνης, που τους πήγαινε το γάλα. Αυτός τους ειδοποίησε για την παράσταση.

Εκεί την πήγε ο διευθυντής για να γνωρίσει από κοντά τον γαμπρό. Τη ρώτησε αν της αρέσει ο γαμπρός που της προόριζαν. Εκείνη απάντησε ότι δεν ήθελε να παντρευτεί, γιατί ήταν ακόμη μικρή. Εκείνος επέμενε και ο προξενητής Ιπποκράτης Κολοκοτρώνης φρόντισε να φέρει τους νέους πιο κοντά, τον Νίκο και την Δημοκλεια.

Μετά τους ποντιακούς χορούς, χόρευαν και ευρωπαϊκά, όπου οι νέοι έκανα γνωριμίες μεταξύ τους. Εκει γνωρίστηκαν καλύτερα ο Νίκος και η Δημοκλεια, η οποία ανέφερε σχετικά:

"Φυσικά εγώ δεν ήξερα πολλούς εδώ, γιατί ήρθαμε από την Σύρο, από το ορφανοτροφείο. Όταν είχα έλθει, είχα τελειώσει το δημοτικό, ήμουν 12-13 χρόνων. Παντρευτήκαμε με τον Νίκο όταν εγώ ήμουν 22 χρόνων». Εκείνος ήταν τριαντάρης.

Η ζωή τους κύλησε στη συνεχεία αρκετά ευτυχισμένη. Δούλευαν και οι δυο στο καφενείο που τους άφησε ο πατέρας του Νίκου, ο Λάζαρος Παναγιωτιδης. Το καφενείο αυτό ήταν το πρώτο που λειτούργησε στο Πανόραμα και είχε γίνει με δανεικά που του έδωσαν οι πρώτοι παραθεριστές ,οι οποίοι ήθελαν ένα καφενείο για να περνούν τις ώρες τους.

Η εξόφληση έγινε από τα έσοδα πώλησης πάγου, τον οποίο έφερναν με μουλάρια από το Χορτιάτη και τον πουλουσαν για τις παγωνιέρες αυτών που έδωσαν δανεικά.

Ο Νίκος ήταν 17 χρόνων όταν πρωτοεργαστηκε στο καφενείο του πατέρα του.

Για τον γάμο του με τον Νίκο, η Δημοκλεια είπε: «Μας έκαναν προξενια.Φτωχος αυτός, φτώχια εγώ, ενώσαμε τις τύχες μας. Κάναμε τρία παιδιά, τα σπουδάσαμε. Το Όνειρο μας ήταν αυτό, να τους αναδείξουμε στην κοινωνία, σωστούς ανθρώπους. Πετύχαμε , δόξα τω θεώ...».

Ο Νίκος Παναγιωτιδης πέθανε το 2003 σε ηλικία 99 χρόνων και η Δημοκλεια το 2004 , σε ηλικία 92 χρόνων.

Bloger Tips and Tricks