Santeos

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΒΟΗΘΑΤΕ ΟΛΑ ΤΑ BLOG ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΕΝΕΡΓΑ

Η ιστορία είναι το πιο επικίνδυνο από όλα τα προϊόντα του χημικού εργαστηρίου του ανθρώπινου μυαλού. Διεγείρει τα όνειρα, δηλητηριάζει τα έθνη, γεννά στην ψυχή τους στρεβλές μνήμες, γιγαντώνει, μέχρις υπερβολής, τις αντιδράσεις τους, ανοίγει τις παλιές πληγές τους, τα στερεί από το πνεύμα της ειρήνης και τα μπολιάζει με μεγαλομανία και μανία καταδιώξεως». ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Νικος & Δημοκλεια Παναγιωτιδη



Η ιστορία αναφέρεται, συνήθως, σε προσωπικότητες και στα έργα τους και αγνοεί τους απλούς ανθρώπους, που χωρίς την προσφορά τους σε αίμα, πόνο, στερήσεις και δάκρυα, από τις προσωπικότητες θα είχε μείνει να θυμούνται οι άνθρωποι μόνον τη λάμψη των χρυσοποίκιλτων ρούχων τους.

Ανάμεσα στους απλούς πολυβασανισμένους ανθρώπους συμπεριλαμβάνονται οι Πόντιοι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, που έζησαν τον τραγικό ξεριζωμό, αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Εργάστηκαν μέσα σε αντίξοες συνθήκες και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, άλλαξαν την εικόνα της Ελλάδας και την έκαναν αξιοζήλευτη.


Μετά από ένα ασυνήθιστο προξενιό, γνωρίστηκαν και αγαπήθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης , κυνηγημένα παιδιά της Μικρασιατικής καταστροφής, από τον Πόντο και οι δυο, ο ενενηντάχρονος το 2000 ,Νίκος Παναγιωτίδης από την Ίμερα, και η ογδονταοχτάχρονη, το ίδιο έτος ,γυναίκα του Δημόκλεια Χ' Χαραλάμπους, από τη Σαμψούντα.
Η γνωριμία τους έγινε την στιγμή που εκείνος βρισκόταν στη σκηνή , ως ερασιτέχνης ηθοποιός, και εκείνη θεατής ,σκόπιμα φερμένη στην παράσταση για να γνωρίσει αυτόν που θα γινόταν σύντομα άντρας της.
Ο Νίκος Παναγιωτίδης γεννήθηκε το 1904 στην Ίμερα του Πόντου, αλλά τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Μπορζόμ της Γεωργίας, όπου βρισκόταν ο πατέρας του ξενιτεμένος από τον Πόντο.
Στο Μπορζόμ τελείωσε και το δημοτικό σχολείο. Θυμόταν, όμως, περισσότερο την Ίμερα. Το 1916-17, όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν τον Ανατολικό Πόντο, η μητέρα του πήρε μαζί και την αδελφή του και γύρισαν στην Ίμερα.
Είχε περισσότερες αναμνήσεις από την Ίμερα , μολονότι έζησε δεκαπέντε χρόνια στο Μπορζόμ. Στο σχολαρχείο της Ίμερας ,όπου υπήρχε και έβδομη τάξη δεν φοιτούσαν Τουρκόπουλα. Οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν σε έναν οικισμό απέναντι από την Ίμερα και φοιτούσαν στο σχολείο της Ίμερας ,ήταν εξισλαμισθέντες , που μιλούσαν ποντιακά.
Η Ίμερα ήταν κεφαλοχώρι, με τετρακόσια σπίτια, παλαιότερα και γύρω στα διακόσια το 1916. Υπαγόταν στην επαρχία Αργυρούπολης και απείχε από την Τραπεζούντα ενενήντα χιλιόμετρα, βορειοανατολικά. Η απόσταση από την Αργυρούπολη ήταν 20 χιλιόμετρα.
Τον χειμώνα με τα χιόνια οι δρόμοι ήταν κλειστοί, γιατί το χωριό βρισκόταν σε αρκετό μεγάλο υψόμετρο. Η επικοινωνία γινόταν με κάποιον που τον έλεγαν σαή, ταχυδρόμο, και ο οποίος, κατά τους χειμερινούς μήνες, ζήτημα αν μπορούσε να πάει στην Τραπεζούντα μια ή δυο φορές. Αυτός έφερνε τα γράμματα, δέματα, εμβάσματα που έστελναν οι ξενιτεμένοι από τη Ρωσία.
Ο Νίκος Παναγιωτίδης περιέγραψε ως εξής τα σπίτια της Ίμερας: Τα σπίτια ήταν χτισμένα με δώματα ,δεν είχαν τις γνωστές στέγες. Τα δώματα ήταν σε ισοπεδωμένο μέρος. Έβαζαν μεγάλους δοκούς,, μετά έβαζαν ξύλα και εκεί επάνω τοποθετούσαν κατόπιν πλάκες.
Στη συνέχεια έριχναν χώμα και το "κιλινταρίζανε", για να γίνει γερό. Το μεγάλο δωμάτιο(καθιστικό) είχε από πάνω ένα παράθυρο το δρανίν. Το δρανίν ήταν για φωτισμό και εξαερισμό, γιατί εξ αιτίας του φόβου από τους Τούρκους, δεν είχαν παράθυρα.
Στην Ίμερα οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, κυρίως μεγάλων ζώων. Είχαν και μερικά πρόβατα, για να παίρνουν το μαλλί τους και να υφαίνουν τα ρούχα τους. Πολλοί κάτοικοι όμως ξενιτεύονταν στις πλούσιες περιοχές της Γεωργίας (Μπορζόμ, Βατούμ) και στο Μπακού. Στο Μπορζόμ, πολλοί Έλληνες εργάζονταν σαν οικοδόμοι, συντηρητές των κτημάτων του μεγάλου δούκα Μιχαήλοβιτς.
Γειτονικά χώρια στην Ίμερα ήταν η Κρώμνη, το Ρούσιο, το Παρτίν, και όσο κατέβαινε το ποτάμι Γιαγλίντερε, για να ενωθεί με το Κανί, κοντά στη Χάραβα, ήταν και αλλά ελληνικά χωριά. Όταν τους ρωτούσαν "Από που είσαστε;" απαντούσαν "από τα ποτάμια".
Το 1917, όταν επικράτησε η κομμουνιστική επανάσταση στη Ρωσία και οι Ρώσοι στρατιώτες, που βρίσκονταν στον Πόντο, πέταξαν τα όπλα τους και έφυγαν, η μάνα του πήρε τα παιδιά και έφυγε πάλι στο Μπορζόμ. Από εκεί έφυγε για την Ελλάδα σε ηλικία δεκάξι ετών, επειδή οι Τούρκοι πήραν τα όπλα των Ρώσων και επιτέθηκαν στο Μαρς και στο Αρταχάν.
Πρώτα η οικογένεια Παναγιωτίδη πήγε στο Βατούμ και από εκεί τους μάζεψε ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής Πρεσβείας ταγματάρχης Πολεμαρχάκης και όλους τους πρόσφυγες μαζί τους έφερε στην Ελλάδα το 1920.
Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στην αρχή στην Καλαμαριά, στις παράγκες και κατόπιν στο Πανόραμα(τότε Αρσακλί), όπου είχαν εγκατασταθεί προηγουμένως μερικές οικογένειες Μικρασιατών και Θρακών.
Με βάσανα και πολλή εργασία κατάφεραν οι πρώτοι πρόσφυγες και τα παιδιά τους να δημιουργήσουν το σημερινό Πανόραμα.
Διαφορετική ήταν η πορεία που ακολούθησε η σύζυγος του Παναγιωτίδη, η Δημόκλεια Χ' Χαραλάμπους, από την Σαμψούντα. Το 1922 ήταν 9 χρόνων. Είπε:
«Θυμάμαι το 1922 που έγινε η αναμπουμπούλα. Οι Τούρκοι ξεσηκώθηκαν μας έσφαξαν, μας ρήμαξαν, έκαψαν τα σπίτια μας και εγώ και ο μικρότερος αδελφός μου μείναμε στον δρόμο. Κρυφτήκαμε μέσα σε φουντουκιές και βλέπαμε τις φλόγες και τους καπνούς.
Πέρασαν δυο νεαροί με το κάρο τους και σταμάτησαν και μας πήραν για την Σαμψούντα, όπου ζούσε η νονά μου και γνώριζα καλά την πόλη. Όταν σταμάτησε το καρό στην αγορά, βρήκαμε την ευκαιρία και πηδήσαμε κάτω και κρυφτήκαμε μέσα στην αγορά.
Ήρθε μια γυναίκα ,να είναι καλά, και μας βρήκε. Μας ρώτησε αν είμαστε Έλληνες και αν είχαμε γονείς. Της είπαμε ότι τον πατέρα μας τον κρέμασαν και την μητέρα μας την χάσαμε.
Αυτή η γυναίκα μας πήγε στο ορφανοτροφείο στην Σαμψούντα. Εκεί μάθαμε γράμματα από Αμερικανούς ιεροκήρυκες. Μας είχαν πολύ καλά. Μετά μας πήγαν στη Χάλκη, στα Πριγκηπόνησα, και κατόπιν στη Σύρο, σε ορφανοτροφείο θηλέων εμένα και αρρένων τον αδελφό μου. Από το ορφανοτροφείο της Σύρου μας έφεραν το 1928 στη Θεσσαλονίκη και μας εγκατέστησαν στο Αρσακλί(Πανόραμα).
Έξι κοριτσάκια από το ορφανοτροφείο της Σύρου δεν είχαν κανένα. Μαζί τους ήταν και η Δημόκλεια Χ' Χαραλάμπους, κατόπιν Παναγιωτίδου. Όταν διαλύθηκε το ορφανοτροφείο, παρέμειναν στα αζήτητα. Τις πήρε ο διευθυντής και τις έφερε στην Πυλαία, όπου έχτισε σχολείο σε ένα χωράφι, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κολέγιο «Ανατόλια».
Όταν γίνονταν γλέντια και χοροί, ο διευθυντής, ο Χαϊ, πήγαινε τα κορίτσια στο Πανόραμα για να γνωριστούν με τους κάτοικους και να παντρευτούν. Έτσι θα τελείωνε και ο προορισμός του.
Η γνωριμία του Νίκου Παναγιωτίδη και της Δημόκλειας έγινε σε μια ερασιτεχνική παράσταση, στην οποία συμμετείχε ο πρώτος. Η παράσταση είχε δοθεί σε μια πολύ μεγάλη παράγκα του Πανοράματος, όπου γίνονταν τα γλέντια και οι χοροί, και είχε παραγγελθεί με τα μέσα της εποχής.
Ο διευθυντής του σχολείου ,στο οποίο ζούσε η Δημόκλεια μαζί με τα αλλά κορίτσια , έμαθε για το προξενιό που έκανε ο γαλατάς, ο Ιπποκράτης Κολοκοτρώνης, που τους πήγαινε το γάλα. Αυτός τους ειδοποίησε για την παράσταση.
Εκεί την πήγε ο διευθυντής για να γνωρίσει από κοντά τον γαμπρό. Τη ρώτησε αν της αρέσει ο γαμπρός που της προόριζαν. Εκείνη απάντησε ότι δεν ήθελε να παντρευτεί, γιατί ήταν ακόμη μικρή. Εκείνος επέμενε και ο προξενητής Ιπποκράτης Κολοκοτρώνης φρόντισε να φέρει τους νέους πιο κοντά, τον Νίκο και την Δημόκλεια.
Μετά τους ποντιακούς χορούς, χόρευαν και ευρωπαϊκά, όπου οι νέοι έκανα γνωριμίες μεταξύ τους. Εκεί γνωρίστηκαν καλύτερα ο Νίκος και η Δημόκλεια, η οποία ανέφερε σχετικά:
"Φυσικά εγώ δεν ήξερα πολλούς εδώ, γιατί ήρθαμε από την Σύρο, από το ορφανοτροφείο. Όταν είχα έλθει, είχα τελειώσει το δημοτικό, ήμουν 12-13 χρόνων. Παντρευτήκαμε με τον Νίκο όταν εγώ ήμουν 22 χρόνων». Εκείνος ήταν τριαντάρης.
Η ζωή τους κύλησε στη συνέχεια αρκετά ευτυχισμένη. Δούλευαν και οι δυο στο καφενείο που τους άφησε ο πατέρας του Νίκου, ο Λάζαρος Παναγιωτίδης. Το καφενείο αυτό ήταν το πρώτο που λειτούργησε στο Πανόραμα και είχε γίνει με δανεικά που του έδωσαν οι πρώτοι παραθεριστές ,οι οποίοι ήθελαν ένα καφενείο για να περνούν τις ώρες τους.
Η εξόφληση έγινε από τα έσοδα πώλησης πάγου, τον οποίο έφερναν με μουλάρια από το Χορτιάτη και τον πουλούσαν για τις παγωνιέρες αυτών που έδωσαν δανεικά.
Ο Νίκος ήταν 17 χρόνων όταν πρωτοεργάστηκε στο καφενείο του πατέρα του.
Για τον γάμο του με τον Νίκο, η Δημόκλεια είπε: «Μας έκαναν προξενιά. Φτωχός αυτός, φτώχια εγώ, ενώσαμε τις τύχες μας. Κάναμε τρία παιδιά, τα σπουδάσαμε. Το Όνειρο μας ήταν αυτό, να τους αναδείξουμε στην κοινωνία, σωστούς ανθρώπους. Πετύχαμε , δόξα τω θεώ...».
Ο Νίκος Παναγιωτίδης πέθανε το 2003 σε ηλικία 99 χρόνων και η Δημόκλεια το 2004 , σε ηλικία 92 χρόνων.






Καταγραφή : Νίκος Τελίδης